συνολισθάνω
συνολισθάνω
or -αίνω
fut. -ολισθήσω
to slip and fall together, Plut., etc.
{ "content": "συνολισθάνω\n or -αίνω\n fut. -ολισθήσω\n to slip and fall together, Plut., etc.", "key": "sunolisqai/nw" }