συνοικισμός
συνοικισμός
συνοικισμός, οῦ, ὁ,
from συνοικίζω
a living together, marriage, Plut.
= συνοίκισις, Plut.
{ "content": "συνοικισμός\n συνοικισμός, οῦ, ὁ,\n from συνοικίζω\n a living together, marriage, Plut.\n = συνοίκισις, Plut.", "key": "sunoikismo/s" }