View word page
συνοδοιπορία
συνοδοιπορία συνοδοιπορία, ἡ, a travelling together, Babr. from συνοδοιπόρος

ShortDef

a travelling together

Debugging

Headword:
συνοδοιπορία
Headword (normalized):
συνοδοιπορία
Headword (normalized/stripped):
συνοδοιπορια
Intro Text:
συνοδοιπορία συνοδοιπορία, ἡ, a travelling together, Babr. from συνοδοιπόρος
IDX:
31592
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31627
Key:
sunodoipori/a

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συνοδοιπορία\n συνοδοιπορία, ἡ,\n a travelling together, Babr.\n from συνοδοιπόρος",
  "key": "sunodoipori/a"
}