συνοδοιπορέω
συνοδοιπορέω
fut. ήσω
from συνοδοίπορος
to travel together, τινί with one, Luc.
{ "content": "συνοδοιπορέω\n fut. ήσω\n from συνοδοίπορος\n to travel together, τινί with one, Luc.", "key": "sunodoipore/w" }