Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συννέω
συννέω
συννήχομαι
συννικάω
συννοέω
σύννοια
σύννομος
σύννοος
συννοσέω
συννυμφοκόμος
συνοδεύω
συνοδία
συνοδίτης
συνοδοιπορέω
συνοδοιπορία
συνοδοιπόρος
σύνοδος
σύνοδος2
σύνοιδα
συνοικειόω
συνοικέω
View word page
συνοδεύω
συνοδεύω fut. σω to travel in company, Plut.
ShortDef
to travel in company
Debugging
Headword:
συνοδεύω
Headword (normalized):
συνοδεύω
Headword (normalized/stripped):
συνοδευω
Intro Text:
συνοδεύω fut. σω to travel in company, Plut.
IDX:
31588
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31623
Key:
sunodeu/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συνοδεύω\n fut. σω\n to travel in company, Plut.", "key": "sunodeu/w" }