συννεφής
συννεφής
συν-νεφής, ές
νέφος
clouded over, cloudy:—of persons, gloomy, Eur.
{ "content": "συννεφής\n συν-νεφής, ές\n νέφος\n clouded over, cloudy:—of persons, gloomy, Eur.", "key": "sunnefh/s" }