συνθηρατής
συνθηρατής
συνθηρᾱτής, οῦ, ὁ,
one who joins in quest of, τινός Xen.
from συνθηράω
{ "content": "συνθηρατής\n συνθηρᾱτής, οῦ, ὁ,\n one who joins in quest of, τινός Xen.\n from συνθηράω", "key": "sunqhrath/s" }