Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συνήθης
συνήκω
συνῆλιξ
συνηλυσίη
συνημερευτής
συνημερεύω
συνημοσύνη
συνήμων
συνήορος
συνηρετέω
συνηρεφής
συνησσάομαι
συνηχέω
συνθακέω
σύνθακος
συνθάλπω
συνθάπτω
συνθεάομαι
συνθεατής
συνθερίζω
συνθεσία
View word page
συνηρεφής
συνηρεφής συν-ηρεφής, ές ἐρέφω thickly covered, Hdt., Plut.:— metaph., ξυνηρεφὲς πρόσωπον her clouded face, Eur.
ShortDef
thickly covered
Debugging
Headword:
συνηρεφής
Headword (normalized):
συνηρεφής
Headword (normalized/stripped):
συνηρεφης
IDX:
31517
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31552
Key:
sunhrefh/s
Data
{'content': 'συνηρεφής\n συν-ηρεφής, ές\n ἐρέφω\n thickly covered, Hdt., Plut.:— metaph., ξυνηρεφὲς πρόσωπον her clouded face, Eur.', 'key': 'sunhrefh/s'}