συνηρεφής
συνηρεφής
συν-ηρεφής, ές
ἐρέφω
thickly covered, Hdt., Plut.:— metaph., ξυνηρεφὲς πρόσωπον her clouded face, Eur.
{ "content": "συνηρεφής\n συν-ηρεφής, ές\n ἐρέφω\n thickly covered, Hdt., Plut.:— metaph., ξυνηρεφὲς πρόσωπον her clouded face, Eur.", "key": "sunhrefh/s" }