συνημοσύνη
συνημοσύνη
συνημοσύνη, ἡ,
used in pl., like συνθῆκαι, agreements, covenants, solemn promises, Il.
from συνήμων
{ "content": "συνημοσύνη\n συνημοσύνη, ἡ,\n used in pl., like συνθῆκαι, agreements, covenants, solemn promises, Il.\n from συνήμων", "key": "sunhmosu/nh" }