View word page
συνημερευτής
συνημερευτής συνημερευτής, οῦ, ὁ, a daily companion, Arist. from συνημερεύω

ShortDef

a daily companion

Debugging

Headword:
συνημερευτής
Headword (normalized):
συνημερευτής
Headword (normalized/stripped):
συνημερευτης
Intro Text:
συνημερευτής συνημερευτής, οῦ, ὁ, a daily companion, Arist. from συνημερεύω
IDX:
31511
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31546
Key:
sunhmereuth/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συνημερευτής\n συνημερευτής, οῦ, ὁ,\n a daily companion, Arist.\n from συνημερεύω",
  "key": "sunhmereuth/s"
}