συνημερευτής
συνημερευτής
συνημερευτής, οῦ, ὁ,
a daily companion, Arist.
from συνημερεύω
{ "content": "συνημερευτής\n συνημερευτής, οῦ, ὁ,\n a daily companion, Arist.\n from συνημερεύω", "key": "sunhmereuth/s" }