Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συνεχής
συνεχθαίρω
συνέχω
συνηβολέω
σύνηβος
συνηγορέω
συνηγορία
συνηγορικός
συνήγορος
συνήδομαι
συνηδύνω
συνήθεια
συνήθης
συνήκω
συνῆλιξ
συνηλυσίη
συνημερευτής
συνημερεύω
συνημοσύνη
συνήμων
συνήορος
View word page
συνηδύνω
συνηδύνω fut. υνῶ to make pleasant to the taste:— generally, to help in cheering, Arist.
ShortDef
to make pleasant to the taste
Debugging
Headword:
συνηδύνω
Headword (normalized):
συνηδύνω
Headword (normalized/stripped):
συνηδυνω
IDX:
31505
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31540
Key:
sunhdu/nw
Data
{'content': 'συνηδύνω\n fut. υνῶ\n to make pleasant to the taste:— generally, to help in cheering, Arist.', 'key': 'sunhdu/nw'}