Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συνεστώ
συνέταιρος
συνετός
συνευδαιμονέω
συνευδοκέω
συνεύδω
συνευημερέω
συνευνάζομαι
συνευνάομαι
συνευνέτης
συνευνέτις
σύνευνος
συνευπάσχω
συνευπορέω
συνευτυχέω
συνεύχομαι
συνευωχέομαι
συνεφάπτομαι
συνεφεδρεύω
συνεφέλκω
συνεφέπομαι
View word page
συνευνέτις
συνευνέτις συνευνέτις, ιδος, a wife or concubine, Eur.
ShortDef
a wife
Debugging
Headword:
συνευνέτις
Headword (normalized):
συνευνέτις
Headword (normalized/stripped):
συνευνετις
Intro Text:
συνευνέτις συνευνέτις, ιδος, a wife or concubine, Eur.
IDX:
31481
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31516
Key:
suneune/tis
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συνευνέτις\n συνευνέτις, ιδος,\n a wife or concubine, Eur.", "key": "suneune/tis" }