Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συνδρομάς
συνδρομή
σύνδρομος
συνδυάζω
συνδυασμός
συνδυάς
συνδυαστικός
σύνδυο
συνδυστυχέω
συνδώδεκα
συνεγγίζω
συνεγγισμός
συνεγγυάω
σύνεγγυς
συνεγείρω
συνεδρεία
συνεδρεύω
συνεδρία
συνέδριον
σύνεδρος
συνεείκοσι
View word page
συνεγγίζω
συνεγγίζω fut. σω to draw near together, Polyb.
ShortDef
to draw near together
Debugging
Headword:
συνεγγίζω
Headword (normalized):
συνεγγίζω
Headword (normalized/stripped):
συνεγγιζω
Intro Text:
συνεγγίζω fut. σω to draw near together, Polyb.
IDX:
31278
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31313
Key:
suneggi/zw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συνεγγίζω\n fut. σω\n to draw near together, Polyb.", "key": "suneggi/zw" }