View word page
συνδρομάς
συνδρομάς συνδρομάς, άδος, fem. of σύνδρομος αἱ σ. πέτραι, συμπληγάδες, Eur.; σ. Κυάνεαι Theocr.

ShortDef

clashing together

Debugging

Headword:
συνδρομάς
Headword (normalized):
συνδρομάς
Headword (normalized/stripped):
συνδρομας
Intro Text:
συνδρομάς συνδρομάς, άδος, fem. of σύνδρομος αἱ σ. πέτραι, συμπληγάδες, Eur.; σ. Κυάνεαι Theocr.
IDX:
31268
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n31303
Key:
sundroma/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συνδρομάς\n συνδρομάς, άδος,\n fem. of σύνδρομος\n αἱ σ. πέτραι,  συμπληγάδες, Eur.; σ. Κυάνεαι Theocr.",
  "key": "sundroma/s"
}