σύνδουλος
σύνδουλος
σύν-δουλος, ὁ, ἡ,
a fellow-slave, Hdt., Eur., etc.: a special fem. συνδούλη in Babr.
{ "content": "σύνδουλος\n σύν-δουλος, ὁ, ἡ,\n a fellow-slave, Hdt., Eur., etc.: a special fem. συνδούλη in Babr.", "key": "su/ndoulos" }