συμβούλιον
συμβούλιον
συμ-βούλιον, ου, τό,
βουλή
counsel, NTest.
a council, Plut.
{ "content": "συμβούλιον\n συμ-βούλιον, ου, τό,\n βουλή\n counsel, NTest.\n a council, Plut.", "key": "sumbou/lion" }