συμβουλία
συμβουλία
συμ-βουλία, ἡ,
βουλή
advice or counsel given, Hdt., Xen.; in pl. counsels, Xen.
{ "content": "συμβουλία\n συμ-βουλία, ἡ,\n βουλή\n advice or counsel given, Hdt., Xen.; in pl. counsels, Xen.", "key": "sumbouli/a" }