συμβουλευτικός
συμβουλευτικός
συμβουλευτικός, ή, όν
of or for advising, deliberative, of orators, Arist.
from συμβουλεύω
{ "content": "συμβουλευτικός\n συμβουλευτικός, ή, όν\n of or for advising, deliberative, of orators, Arist.\n from συμβουλεύω", "key": "sumbouleutiko/s" }