συμβουλευτέος
συμβουλευτέος
συμβουλευτέος, η, ον,
verb. adj. of συμβουλεύω
to be given as advice, Thuc.
-τέον, one must advise, τινί Isocr.
{ "content": "συμβουλευτέος\n συμβουλευτέος, η, ον,\n verb. adj. of συμβουλεύω\n to be given as advice, Thuc.\n -τέον, one must advise, τινί Isocr.", "key": "sumbouleute/os" }