συμβούλευμα
συμβούλευμα
συμβούλευμα, ατος, τό,
from συμβουλεύω
advice given, Xen., Arist.
{ "content": "συμβούλευμα\n συμβούλευμα, ατος, τό,\n from συμβουλεύω\n advice given, Xen., Arist.", "key": "sumbou/leuma" }