συμβλητός
συμβλητός
συμβλητός, ή, όν
verb. adj. of συμβάλλω
comparable, capable of being compared, absol. or c. dat., Arist.
{ "content": "συμβλητός\n συμβλητός, ή, όν\n verb. adj. of συμβάλλω\n comparable, capable of being compared, absol. or c. dat., Arist.", "key": "sumblhto/s" }