συμβατικός
συμβατικός
συμβᾰτικός, ή, όν
συμβαίνω II
tending to agreement, conciliatory, ξυμβ. λόγοι Thuc.; οὐδὲν πράξαντες ξυμβατικόν having effected nothing towards an agreement, Thuc.:—adv., -κῶς ἔχειν to be inclined to agreement, Plut.
Headword (normalized):
συμβατικός
Headword (normalized/stripped):
συμβατικος
Intro Text:
συμβατικός
συμβᾰτικός, ή, όν
συμβαίνω II
tending to agreement, conciliatory, ξυμβ. λόγοι Thuc.; οὐδὲν πράξαντες ξυμβατικόν having effected nothing towards an agreement, Thuc.:—adv., -κῶς ἔχειν to be inclined to agreement, Plut.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30783
No citations.
{
"content": "συμβατικός\n συμβᾰτικός, ή, όν\n συμβαίνω II\n tending to agreement, conciliatory, ξυμβ. λόγοι Thuc.; οὐδὲν πράξαντες ξυμβατικόν having effected nothing towards an agreement, Thuc.:—adv., -κῶς ἔχειν to be inclined to agreement, Plut.",
"key": "sumbatiko/s"
}