View word page
συλλογιστικός
συλλογιστικός συλλογιστικός, ή, όν συλλογίζομαι of or for concluding, syllogistic, Arist.:—adv. -κῶς, Arist.

ShortDef

inferential, syllogistic

Debugging

Headword:
συλλογιστικός
Headword (normalized):
συλλογιστικός
Headword (normalized/stripped):
συλλογιστικος
Intro Text:
συλλογιστικός συλλογιστικός, ή, όν συλλογίζομαι of or for concluding, syllogistic, Arist.:—adv. -κῶς, Arist.
IDX:
30730
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30765
Key:
sullogistiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συλλογιστικός\n συλλογιστικός, ή, όν\n συλλογίζομαι\n of or for concluding, syllogistic, Arist.:—adv. -κῶς, Arist.",
  "key": "sullogistiko/s"
}