συλλογιστέος
συλλογιστέος
συλλογιστέος, η, ον,
verb. adj. of συλλογίζομαι
to be concluded, Plat.
neut. συλλογιστέον one must compute or conclude, Arist.
{ "content": "συλλογιστέος\n συλλογιστέος, η, ον,\n verb. adj. of συλλογίζομαι\n to be concluded, Plat.\n neut. συλλογιστέον one must compute or conclude, Arist.", "key": "sullogiste/os" }