συλλογισμός
συλλογισμός
συλλογισμός, οῦ, ὁ,
συλλογίζομαι
computation, Plat.
a conclusion, inference from premisses, Plat.
{ "content": "συλλογισμός\n συλλογισμός, οῦ, ὁ,\n συλλογίζομαι\n computation, Plat.\n a conclusion, inference from premisses, Plat.", "key": "sullogismo/s" }