συλληπτέος
συλληπτέος
συλληπτέος, ον,
verb. adj. of συλλαμβάνω
one must seize together, Eur.
{ "content": "συλληπτέος\n συλληπτέος, ον,\n verb. adj. of συλλαμβάνω\n one must seize together, Eur.", "key": "sullhpte/os1" }