View word page
συκοφαντικός
συκοφαντικός σῡκοφαντικός, ή, όν from σῡκοφάντης slanderous, calumnious, Dem.: adv. -κῶς, Isocr.

ShortDef

slanderous, calumnious

Debugging

Headword:
συκοφαντικός
Headword (normalized):
συκοφαντικός
Headword (normalized/stripped):
συκοφαντικος
Intro Text:
συκοφαντικός σῡκοφαντικός, ή, όν from σῡκοφάντης slanderous, calumnious, Dem.: adv. -κῶς, Isocr.
IDX:
30700
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30735
Key:
sukofantiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "συκοφαντικός\n σῡκοφαντικός, ή, όν\n from σῡκοφάντης\n slanderous, calumnious, Dem.: adv. -κῶς, Isocr.",
  "key": "sukofantiko/s"
}