συκοφάντημα
συκοφάντημα
from σῡκοφαντέω
σῡκοφάντημα, ατος, τό,
a sycophantʼs trick, false accusation, calumny, Aeschin.
{ "content": "συκοφάντημα\n from σῡκοφαντέω\n σῡκοφάντημα, ατος, τό,\n a sycophantʼs trick, false accusation, calumny, Aeschin.", "key": "sukofa/nthma" }