συγκυρία
συγκυρία
from συγκῠρέω
συγκῠρία, ἡ,
coincidence, κατὰ συγκυρίαν by chance, NTest.
{ "content": "συγκυρία\n from συγκῠρέω\n συγκῠρία, ἡ,\n coincidence, κατὰ συγκυρίαν by chance, NTest.", "key": "sugkuri/a" }