συγκαταμείγνυμι
συγκαταμείγνυμι
and -ύω
fut. -μείξω
to mix in with, mingle, blend with, Χάριτας Μούσαις συγκαταμιγνύς Eur.:—Pass. to be absorbed in a thing, Xen.
{ "content": "συγκαταμείγνυμι\n and -ύω\n fut. -μείξω\n to mix in with, mingle, blend with, Χάριτας Μούσαις συγκαταμιγνύς Eur.:—Pass. to be absorbed in a thing, Xen.", "key": "sugkatami/gnumi" }