συγκατακτείνω
συγκατακτείνω
aor2 -κατέκτανον
irr. part. -κατακτάς
to slay together, Soph., Eur.
{ "content": "συγκατακτείνω\n aor2 -κατέκτανον\n irr. part. -κατακτάς\n to slay together, Soph., Eur.", "key": "sugkataktei/nw" }