συγκατακτάομαι
συγκατακτάομαι
Dep. to join with another in acquiring, σ. Φιλίππῳ τὴν ἀρχήν Dem.
{ "content": "συγκατακτάομαι\n Dep. to join with another in acquiring, σ. Φιλίππῳ τὴν ἀρχήν Dem.", "key": "sugkatakta/omai" }