Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
συγκατάδυσις
συγκαταζεύγνυμι
συγκαταθάπτω
συγκατάθεσις
συγκαταθέω
συγκαταθνῄσκω
συγκαταίθω
συγκαταινέω
συγκαταίρω
συγκατακαίω
συγκατάκειμαι
συγκατακλείω
συγκατακλίνω
συγκατακόπτω
συγκατακτάομαι
συγκατακτείνω
συγκαταλαμβάνω
συγκαταλείπω
συγκαταλύω
συγκαταμείγνυμι
συγκαταμύω
View word page
συγκατάκειμαι
συγκατάκειμαι Pass. to lie with or together, Plat.
ShortDef
to lie with
Debugging
Headword:
συγκατάκειμαι
Headword (normalized):
συγκατάκειμαι
Headword (normalized/stripped):
συγκατακειμαι
Intro Text:
συγκατάκειμαι Pass. to lie with or together, Plat.
IDX:
30537
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30572
Key:
sugkata/keimai
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "συγκατάκειμαι\n Pass. to lie with or together, Plat.", "key": "sugkata/keimai" }