συγκαθέλκω
συγκαθέλκω
fut. ξω
aor1 -είλκυσα
to drag down together:—fut. pass. συγκαθελκυσθήσεται Aesch.
{ "content": "συγκαθέλκω\n fut. ξω\n aor1 -είλκυσα\n to drag down together:—fut. pass. συγκαθελκυσθήσεται Aesch.", "key": "sugkaqe/lkw" }