συγγυμναστής
συγγυμναστής
from συγγυμνάζω
συγγυμναστής, οῦ, ὁ,
a companion in bodily exercises, Plat., Xen.
{ "content": "συγγυμναστής\n from συγγυμνάζω\n συγγυμναστής, οῦ, ὁ,\n a companion in bodily exercises, Plat., Xen.", "key": "suggumnasth/s" }