συγγνωμονικός
συγγνωμονικός
συγγνωμονικός, ή, όν
from συγγνώμων
inclined to pardon, indulgent, Arist.
of things, pardonable, Arist.
{ "content": "συγγνωμονικός\n συγγνωμονικός, ή, όν\n from συγγνώμων\n inclined to pardon, indulgent, Arist.\n of things, pardonable, Arist.", "key": "suggnwmoniko/s" }