στωμύλος
στωμύλος
στωμύλος (ῠ), ον,
στόμα
mouthy, wordy, talkative, chattering, glib, Ar., Theocr.; τὰ στ. ταῦτα this nonsense, Anth.
{ "content": "στωμύλος\n στωμύλος (ῠ), ον,\n στόμα\n mouthy, wordy, talkative, chattering, glib, Ar., Theocr.; τὰ στ. ταῦτα this nonsense, Anth.", "key": "stwmu/los" }