στυράκινος
στυράκινος
στῠράκῐνος (ᾰ), η, ον
στύραξ
made of the wood of the tree στύραξ, Strab.
{ "content": "στυράκινος\n στῠράκῐνος (ᾰ), η, ον\n στύραξ\n made of the wood of the tree στύραξ, Strab.", "key": "stura/kinos" }