στύμα
στύμα
στύμα, ατος, τό,
Aeolic for στόμα.
No short def.
Headword (normalized):
στύμα
Headword (normalized/stripped):
στυμα
Intro Text:
στύμα
στύμα, ατος, τό,
Aeolic for στόμα.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30472
No citations.
{
"content": "στύμα\n στύμα, ατος, τό,\n Aeolic for στόμα.",
"key": "stu/ma"
}