Στύγιος
Στύγιος
Στύγιος (ῠ), α, ον
Στύξ
Stygian, Aesch., Soph.
= στυγητός, hateful, abominable, Eur.
{ "content": "Στύγιος\n Στύγιος (ῠ), α, ον\n Στύξ\n Stygian, Aesch., Soph.\n = στυγητός, hateful, abominable, Eur.", "key": "*stu/gios" }