στρωτός
στρωτός
στρωτός, ή, όν
spread, laid, covered, Hes., Eur.; στρωτὰ φάρη bed clothes, Soph.
{ "content": "στρωτός\n στρωτός, ή, όν\n spread, laid, covered, Hes., Eur.; στρωτὰ φάρη bed clothes, Soph.", "key": "strwto/s" }