στρεπτοφόρος
στρεπτοφόρος
στρεπτο-φόρος, ον,
στρεπτός I. 2, φέρω
wearing a collar, Lat. torquatus, Hdt.
{ "content": "στρεπτοφόρος\n στρεπτο-φόρος, ον,\n στρεπτός I. 2, φέρω\n wearing a collar, Lat. torquatus, Hdt.", "key": "streptofo/ros" }