στρατιῶτις
στρατιῶτις
στρᾰτιῶτις, ιδος,
fem. of στρατιώτης
as adj., στρ. ἀρωγά the martial aid, Aesch.
στρ. (sc. ναῦς) , a troop-ship, transport, Thuc., Xen.
{ "content": "στρατιῶτις\n στρᾰτιῶτις, ιδος,\n fem. of στρατιώτης\n as adj., στρ. ἀρωγά the martial aid, Aesch.\n στρ. (sc. ναῦς) , a troop-ship, transport, Thuc., Xen.", "key": "stratiw=tis" }