στραγγουρία
στραγγουρία
στραγγ-ουρία, ἡ,
στράγξ, οὐρέω
retention of the urine, strangury, Ar.
{ "content": "στραγγουρία\n στραγγ-ουρία, ἡ,\n στράγξ, οὐρέω\n retention of the urine, strangury, Ar.", "key": "straggouri/a" }