Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
στεφανίζω
στεφανίτης
στέφανος
στεφανόω
στεφανώδης
στεφάνωμα
στέφος
στέφω
στήδην
στῆθος
στήκω
στήλη
στηλίδιον
στηλίς
στηλίτης
στηλόω
στημόνιον
στημορραγέω
στήμων
στήριγμα
στηριγμός
View word page
στήκω
στήκω στήκω, late pres. formed from ἕστηκα perf. of ἵστημι to stand, NTest.
ShortDef
to stand
Debugging
Headword:
στήκω
Headword (normalized):
στήκω
Headword (normalized/stripped):
στηκω
IDX:
30230
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30264
Key:
sth/kw
Data
{'content': 'στήκω\n στήκω,\n late pres. formed from ἕστηκα perf. of ἵστημι\n to stand, NTest.', 'key': 'sth/kw'}