Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

στερέω
στέρησις
στερίσκω
στέριφος
στερκτός
στέρνον
στερνοτυπής
στερνοτυπία
στερνοῦχος
στέρομαι
στεροπηγερέτα
στεροπή
Στερόπης
στέροψ
στερρόγυιος
στερρός
στεῦμαι
στεφανηπλόκια
στεφανηπλόκος
στεφάνη
στεφανηφορέω
View word page
στεροπηγερέτα
στεροπηγερέτα ἀγείρω, ἐγείρω either (from ἀγείρω, cf. νεφεληγερέτα) he who gathers the lightning, or (from ἐγείρω) who rouses the lightning, Il.

ShortDef

he who gathers the lightning

Debugging

Headword:
στεροπηγερέτα
Headword (normalized):
στεροπηγερέτα
Headword (normalized/stripped):
στεροπηγερετα
IDX:
30207
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30241
Key:
sterophgere/ths

Data

{'content': 'στεροπηγερέτα\n ἀγείρω, ἐγείρω\n either (from ἀγείρω, cf. νεφεληγερέτα) he who gathers the lightning, or (from ἐγείρω) who rouses the lightning, Il.', 'key': 'sterophgere/ths'}