Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

στενοπορία
στενόπορος
στενός
στένος
στενόστομος
στενότης
στενοχωρέω
στενοχωρία
στενόχωρος
στενόω
Στεντόρειος
Στέντωρ
στένω
στενωπός
στεπτός
στέργηθρον
στέργημα
στέργω
στερεός
στερεόφρων
στερεόω
View word page
Στεντόρειος
Στεντόρειος Στεντόρειος, ον, Stentorian, with a voice like Stentorʼs, Arist.

ShortDef

Stentorian, with a voice like Stentor's

Debugging

Headword:
Στεντόρειος
Headword (normalized):
στεντόρειος
Headword (normalized/stripped):
στεντορειος
IDX:
30185
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30219
Key:
*stento/reios

Data

{'content': 'Στεντόρειος\n Στεντόρειος, ον,\n Stentorian, with a voice like Stentorʼs, Arist.', 'key': '*stento/reios'}