στειλειόν
στειλειόν
from στειλειή
στειλειόν, οῦ,
the handle or helve of an axe, Od.
{ "content": "στειλειόν\n from στειλειή\n στειλειόν, οῦ,\n the handle or helve of an axe, Od.", "key": "steileio/n" }