στεγνός
στεγνός
στεγνός, ή, όν
contr. from στεγανός
waterproof, Hdt.; στεγνὰ οἰκήματα, of a cave, Eur.
as Subst., στεγνόν, οῦ, a covered dwelling, Xen.
{ "content": "στεγνός\n στεγνός, ή, όν\n contr. from στεγανός\n waterproof, Hdt.; στεγνὰ οἰκήματα, of a cave, Eur.\n as Subst., στεγνόν, οῦ, a covered dwelling, Xen.", "key": "stegno/s" }