σταφυλοκλοπίδης
σταφυλοκλοπίδης
στᾰφῠλο-κλοπίδης, ου, ὁ,
κλέπτω
a grape-stealer, Anth.
{ "content": "σταφυλοκλοπίδης\n στᾰφῠλο-κλοπίδης, ου, ὁ,\n κλέπτω\n a grape-stealer, Anth.", "key": "stafuloklopi/dhs" }